Η Κίνα θέτει φιλόδοξο στόχο αύξησης του ΑΕΠ κατά 5% για το 2025, σύμφωνα με την ετήσια «έκθεση εργασίας» της κυβέρνησης που παρουσιάστηκε κατά την έναρξη της συνόδου του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου στο Πεκίνο.
Ο πρωθυπουργός της χώρας, Li Qiang, παρέδωσε την έκθεση στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, επισημαίνοντας ότι ο στόχος της ανάπτυξης είναι κρίσιμος για τη σταθεροποίηση της απασχόλησης, τη διαχείριση των κινδύνων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, καθώς και για την επίτευξη μακροπρόθεσμων αναπτυξιακών σχεδίων.
Παρά την επιβράδυνση της εγχώριας οικονομίας και τις εντεινόμενες εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο στόχος διατηρείται σταθερός, στο ίδιο επίπεδο με τα δύο προηγούμενα έτη. Η Κίνα αντιμετωπίζει έντονες αποπληθωριστικές πιέσεις, εξαιτίας της αδύναμης εγχώριας ζήτησης και της κρίσης στον τομέα των ακινήτων. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να περιοριστεί στο 2%, έναντι 3% πέρυσι — το χαμηλότερο ποσοστό από το 2003.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, η κυβέρνηση σχεδιάζει αύξηση του ελλείμματος στο 4% του ΑΕΠ, από 3% το προηγούμενο έτος, ως ένδειξη πρόθεσης για πιο επιθετικές δημόσιες δαπάνες. Παράλληλα, ο αμυντικός προϋπολογισμός θα αυξηθεί κατά 7,2%, διατηρώντας την αυξητική του πορεία.
Η έκθεση αναφέρεται και στη στρατηγική ενίσχυση της οικονομίας μέσα από την προώθηση της τεχνολογικής καινοτομίας, τον εκσυγχρονισμό του βιομηχανικού τομέα, τη στήριξη των χρηματαγορών και την αποκατάσταση σταθερότητας στην αγορά ακινήτων.
Στο μέτωπο των διεθνών σχέσεων, η Κίνα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σφοδρές εμπορικές πιέσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν επιβάλει πρόσθετους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, προκαλώντας αντιδράσεις από το Πεκίνο, που απαντά με αντίμετρα σε τομείς όπως η ενέργεια και η γεωργία.
Παρά τις γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην ανακοίνωση της έκθεσης. Ο δείκτης Hang Seng China Enterprises στο Χονγκ Κονγκ κατέγραψε άνοδο 2,5%, ενώ ο κινεζικός CSI 300 σημείωσε μικρή αύξηση 0,1%.
Η στρατηγική της Κίνας για το 2025 σκιαγραφεί μια περίοδο ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική στήριξη και την αναγκαία μεταρρύθμιση, με φόντο τις διεθνείς προκλήσεις και την εσωτερική πίεση για διαρθρωτικές αλλαγές.





